Τις τελευταίες ημέρες στο Ιράν έχει κηρυχθεί γενική απεργία, ενώ έχουν ξεσπάσει μαζικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις του Ιράν (Τεχεράνη, Ισφαχάν, Σιράζ, Μασχάντ), με αφορμή την εκρηκτική ακρίβεια, τη συνεχιζόμενη κατάρρευση του ριάλ σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, τη γενικευμένη φτώχεια, αλλά και τη συστηματική κρατική βία. Στους δρόμους ακούγονται συνθήματα όπως «Θάνατος στον δικτάτορα» και «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», δείχνοντας ότι η οικονομική απόγνωση συνδέεται πλέον ανοιχτά με την πολιτική αμφισβήτηση του καθεστώτος και τη συνολική απόρριψη του απολυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης.
Στα πλαίσια καλύτερης κατανόησης της κατάστασης επικοινωνήσαμε με τον Ιρανό αναρχοσυνδικαλιστή Soheil Arabi. Ο Soheil Arabi (سهیل عربی) συγγραφέας και αγωνιστής ενάντια στη θανατική ποινή, τα βασανιστήρια και την κρατική καταστολή. Το 2013 καταδικάστηκε αρχικά σε θάνατο λόγω αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα και, έπειτα από διεθνή κινητοποίηση αλληλεγγύης, η ποινή μετατράπηκε σε πολυετή φυλάκιση υπό εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Μέσα από τη φυλακή συνέχισε να γράφει πολιτικά και οικονομικά κείμενα, συνδέοντας τη διαρθρωτική κρίση της ιρανικής οικονομίας με τη συστηματική βία του κράτους. Η ανάλυση που ακολουθεί είναι δική του και συνοψίζει μια ριζοσπαστική, αναρχοσυνδικαλιστική κριτική της εξουσίας στο Ιράν, γραμμένη από τη σκοπιά των καταπιεσμένων και των εγκλείστων. Από αναρχική σκοπιά, έχει σταθερά απορρίψει την κρατική παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του Ιράν, ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις οποίες θεωρεί ότι έχουν παίξει καθοριστικό ιστορικό ρόλο στην άνοδο και τη μακροχρόνια διατήρηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Συνοπτικά, τονίζει ότι το κίνημα διαμαρτυρίας στο Ιράν δεν είναι ιδεολογικά ενιαίο. Οι διαδηλωτές έχουν διαφορετικές απόψεις και, για πολλούς ανθρώπους, η κατάσταση έχει γίνει τόσο αφόρητη ώστε κάποιοι είναι πλέον διατεθειμένοι να δεχτούν εξωτερική βοήθεια από δρώντες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ, αν αυτό οδηγήσει στην ανατροπή του καθεστώτος. Αυτή η προθυμία δεν σηματοδοτεί εμπιστοσύνη στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά αντανακλά το βάθος της κοινωνικής απόγνωσης.Η πολιτική οικονομία της Ισλαμικής κυβέρνησης του Ιράν είναι μια μορφή κληρικαλιστικού καπιταλισμού. Η δομική διαφθορά και η ανικανότητα της διοίκησης από τη μία πλευρά, και οι κυρώσεις από την άλλη, έχουν προκαλέσει δομικό πληθωρισμό. Καθώς αυτός ο πληθωρισμός εντείνεται, οι κρίσεις επιβίωσης των ανθρώπων βαθαίνουν καθημερινά και τα κατώτερα στρώματα —που αποτελούν την πλειοψηφία της ιρανικής κοινωνίας— δεν μπορούν πλέον να αντέξουν ούτε βασικές ανάγκες όπως στέγη, τροφή και ιατρική περίθαλψη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξέγερση γίνεται αναπόφευκτη.
“Δομικός πληθωρισμός” ως βασική έννοια, η σημασία του στο ιρανικό πλαίσιο και γιατί είναι κεντρικός για τη σημερινή εξέγερση
Ο δομικός πληθωρισμός στο Ιράν αποτελεί μια βαθιά πολιτικοοικονομική κρίση και όχι ένα απλό νομισματικό φαινόμενο. Όπως αναλύεται στα κείμενα του Soheil, ο πληθωρισμός στο Ιράν προκύπτει από χρόνιες δομικές παθογένειες όπως θεσμική αναποτελεσματικότητα, κρατικά και παρακρατικά μονοπώλια, συστηματική διαφθορά και συγκέντρωση οικονομικής εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι μια γενικευμένη και ταυτόχρονη αύξηση όλων των τιμών, που μετατρέπει την ακρίβεια σε μόνιμη κατάσταση ζωής για την κοινωνική πλειοψηφία.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζουν τα δίκτυα εξουσίας που ελέγχουν μεγάλο μέρος της οικονομίας, όπως το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) και τα συνδεδεμένα ιδρύματα και «φιλανθρωπικά» ταμεία. Σύμφωνα με την ανάλυση, αυτοί οι μηχανισμοί ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα έως και το 40–50% της οικονομίας, διαμορφώνοντας ένα καθεστώς μονοπωλιακού καπιταλισμού χωρίς λογοδοσία. Οι πολιτικές της λεγόμενης «οικονομίας της αντίστασης» όχι μόνο δεν μείωσαν την εξάρτηση και την κρίση, αλλά ενίσχυσαν τη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος, μεταφέροντας το κόστος στους εργάτες και τα φτωχά στρώματα.
Παρά τα τεράστια έσοδα από το πετρέλαιο (άνω των 100 δισ. δολαρίων το 2025), η οικονομία παραμένει σε στασιμότητα ή ύφεση, με αρνητικές επενδύσεις και συνεχή υποτίμηση του ριάλ, φτάνοντας στα ιστορικά χαμηλά που πυροδότησαν τις διαδηλώσεις. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα, που συχνά ξεπερνούν το 10% του ΑΕΠ, καλύπτονται με εκτύπωση χρήματος, γεγονός που τροφοδοτεί περαιτέρω τον πληθωρισμό. Οι στρατιωτικές δαπάνες, οι ενεργειακές επιδοτήσεις και η καταστολή προηγούνται συστηματικά των κοινωνικών αναγκών.
Από τη σκοπιά της αναρχοσυνδικαλιστικής πολιτικής οικονομίας, αυτή η μορφή πληθωρισμού λειτουργεί ως εργαλείο ταξικής κυριαρχίας. Το κράτος εκ φύσεως δεν πρόκειται να λειτουργήσει ως ουδέτερος ρυθμιστής, αλλά ως μηχανισμός υπεράσπισης της άρχουσας τάξης και των οικονομικών της συμφερόντων. Η ακρίβεια, η φτώχεια και η ανασφάλεια αποτελούν αναγκαία στοιχεία για τη διατήρηση του ελέγχου πάνω στην εργασία και την κοινωνία. Η διάλυση της μεσαίας τάξης και η διεύρυνση της ανισότητας (με τον πλουσιότερο 1% να κατέχει περίπου το ένα τρίτο του πλούτου) επιβεβαιώνουν αυτή τη λογική.
Οι κοινωνικές συνέπειες είναι εκρηκτικές. Όπως σημείωνε από πριν ο Soheil, η εντεινόμενη ακρίβεια αύξανε την πιθανότητα εξεγέρσεων τύπου Νοεμβρίου 2019. Η απάντηση του καθεστώτος είναι η διαρκής όξυνση της καταστολής με βασανιστήρια, μαζικές συλλήψεις και ρεκόρ εκτελέσεων, με στόχο τη φίμωση όσων αγωνίζονται για το δίκαιο. Ο πληθωρισμός και η κρατική βία λειτουργούν συμπληρωματικά, ως δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής εξουσίας.
Χωρίς την ανατροπή των δομών εξουσίας και εκμετάλλευσης, ο δομικός πληθωρισμός —όπως και η καταστολή— θα παραμένουν μόνιμα χαρακτηριστικά του συστήματος.
Σύντομο ιστορικό των διαμαρτυριών και πώς εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα
Οι συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες στο Ιράν ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου 2025 και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κύματα αναταραχής από το 2022. Πυροδοτήθηκαν κυρίως από μια βαθιά οικονομική κρίση, συμπεριλαμβανομένου του καλπάζοντος πληθωρισμού, της κατάρρευσης του εθνικού νομίσματος (του ιρανικού ριάλ) και της εκτίναξης των τιμών βασικών ειδών όπως τρόφιμα και καύσιμα. Οι κινητοποιήσεις κλιμακώθηκαν γρήγορα σε εκτεταμένα αιτήματα αλλαγής καθεστώτος.
Στις 28 Δεκεμβρίου, ξέσπασαν διαμαρτυρίες στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης και σε άλλες εμπορικές περιοχές, όπου έμποροι και καταστηματάρχες κατέβασαν ρολά ως αντίδραση στη δραματική υποτίμηση του ριάλ και τον υπερπληθωρισμό. Οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα κατά της οικονομικής κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς, με τις αρχικές συγκεντρώσεις να εστιάζουν στις υψηλές τιμές και την πτώση του βιοτικού επιπέδου. Αναφορές υποδεικνύουν ότι τα κλεισίματα του παζαριού εξαπλώθηκαν γρήγορα σε ένδειξη αλληλεγγύης, προσελκύοντας φοιτητές και απλούς πολίτες.
Μεταξύ 29 και 31 Δεκεμβρίου, η αναταραχή επεκτάθηκε πέρα από την Τεχεράνη σε επαρχίες όπως το Γκιλάν και η Φάσα, ενσωματώνοντας παράπονα για ελλείψεις νερού και ηλεκτρικού ρεύματος μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο οικονομικής αποτυχίας. Οι συγκρούσεις εντάθηκαν, με τους διαδηλωτές να αντιμετωπίζουν δακρυγόνα σε σταθμούς μετρό και κανόνια νερού στους δρόμους.Στην πλατεία Τατζρίς της Τεχεράνης, διαδηλωτές έβαλαν φωτιά σε μεγάλα πορτρέτα του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ μέρα μεσημέρι, φωνάζοντας «Θάνατος στον Χαμενεΐ» και απαιτώντας αλλαγή καθεστώτος. Αναφορές μιλούσαν για ρίψη πετρών και μολότοφ από διαδηλωτές, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας —συμπεριλαμβανομένων των Μπασίτζ και των IRGC— απάντησαν με πραγματικά πυρά.
Την 1–2 Ιανουαρίου 2026, οι διαμαρτυρίες έγιναν πιο βίαιες, με τον ρυθμό και τη γεωγραφική τους έκταση να αυξάνονται σημαντικά. Στην επαρχία Ιλάμ, οι δρόμοι περιγράφηκαν σαν εμπόλεμη ζώνη, με αναφορές ότι πολίτες εξοπλίζονταν και σχημάτιζαν πολιτοφυλακές. Ένας αξιωματικός των Φρουρών της Επανάστασης φέρεται να τυλίχτηκε στις φλόγες από μολότοφ και αστυνομικά τμήματα πυρπολήθηκαν σε πολλαπλές τοποθεσίες. Οι κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν σε πανεπιστήμια και περιλάμβαναν μεγάλα πλήθη στο κέντρο της Τεχεράνης υπό de facto στρατιωτικό νόμο. Οι απώλειες άρχισαν να αυξάνονται, με τουλάχιστον 19 θανάτους να αναφέρονται μέσα στις συγκρούσεις.
Στις 3–4 Ιανουαρίου 2026, η εξέγερση είχε φτάσει τις 107-18 πόλεις, με τις ταραχές να κλιμακώνονται και με ορισμένους διαδηλωτές να εξοπλίζονται. Στο Χαμαντάν και στο Κομ, μεγάλες περιοχές φέρεται να βρίσκονταν υπό «έλεγχο των εξεγερμένων», και σημειώθηκαν ένοπλες συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας. Αναπτύχθηκαν βαριά στρατιωτικά οχήματα, όμως οι διαδηλωτές κράτησαν τις θέσεις τους, χρησιμοποιώντας σε ορισμένες περιπτώσεις αυτοσχέδιους φλογοβόλους. Πραγματοποιήθηκαν επίσης διεθνείς συγκεντρώσεις αλληλεγγύης, όπως στο Έντμοντον του Καναδά.
Στις 5 Ιανουαρίου 2026, οι διαμαρτυρίες συνέχισαν για ένατη νύχτα χωρίς σημάδια κάμψης. Το καθεστώς βρισκόταν σε ύψιστη επιφυλακή και πληροφορίες από υπηρεσίες ανέφεραν ότι ο Χαμενεΐ είχε προετοιμάσει σχέδιο έκτακτης ανάγκης για να διαφύγει στη Μόσχα μαζί με έως και 20 συνεργάτες και μέλη της οικογένειάς του, αν οι δυνάμεις ασφαλείας αποτύγχαναν να καταστείλουν την εξέγερση ή άρχιζαν να λιποτακτούν. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με παρέμβαση αν το καθεστώς σκοτώσει διαδηλωτές, γεγονός που οδήγησε σε έκτακτη συνεδρίαση του ανώτατου συμβουλίου ασφαλείας του Ιράν.
Ποιοι συμμετέχουν στις διαμαρτυρίες και ποιος είναι ο αντίκτυπός τους μέχρι τώρα
Οι διαμαρτυρίες έχουν εμπλέξει ποικίλες κοινωνικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων εμπόρων, φοιτητών, κληρικών και απλών πολιτών, διαπερνώντας ταξικές και περιφερειακές διαχωριστικές γραμμές. Οι οικονομικοί παράγοντες παραμένουν κεντρικοί, αλλά τα συνθήματα έχουν εξελιχθεί ώστε να στοχεύουν τη διαφθορά, την ανικανότητα και την καταστολή του θεοκρατικού καθεστώτος.
Οι απώλειες περιλαμβάνουν τουλάχιστον 19 νεκρούς και πολλούς τραυματίες, αν και η ανεξάρτητη επιβεβαίωση είναι περιορισμένη λόγω των περιορισμών στο διαδίκτυο και των μπλακ άουτ στην ενημέρωση. Το καθεστώς έχει επιβάλει στρατιωτικό νόμο σε τμήματα της Τεχεράνης και έχει αναπτύξει δυνάμεις των IRGC, όμως οι αποσκιρτήσεις παραμένουν μέχρι στιγμής περιορισμένες.
Διεθνώς, η αναταραχή έχει λάβει περιορισμένη προσοχή από τα δυτικά μέσα σε σύγκριση με άλλες περιφερειακές συγκρούσεις, αν και η υποστήριξη από κοινότητες της διασποράς αυξάνεται. Αυτό το κύμα διαφέρει από προηγούμενες εξεγέρσεις λόγω της ταχύτατης εξάπλωσης και του οικονομικού του πυρήνα, και ενδέχεται να αποτελεί τη σοβαρότερη πρόκληση για την Ισλαμική Δημοκρατία από το 1979.
Οι διαμαρτυρίες μέσα στο ευρύτερο πολυπολικό και γεωπολιτικό πλαίσιο
Η θέση του Ιράν σε αυτό το πολυπολικό τοπίο είναι αυτή ενός αμφισβητούμενου πεδίου μάχης, που ενσαρκώνει αντίσταση στη δυτική κυριαρχία ενώ είναι ταυτόχρονα μπλεγμένο σε αντίπαλες ιμπεριαλικές τροχιές. Η Ισλαμική Δημοκρατία αυτοπαρουσιάζεται ως προπύργιο απέναντι στην «Ατλαντική ιμπεριαλιστική τάξη», ευθυγραμμιζόμενη με τη Ρωσία και την Κίνα σε σχήματα όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, προκειμένου να προωθήσει έναν πολυπολικό κόσμο που αμφισβητεί τις κυρώσεις και την απομόνωση υπό ηγεσία των ΗΠΑ.
Η αντιιμπεριαλιστική ρητορική του Ιράν αντλεί από την επανάσταση του 1979, που ανέτρεψε τη μοναρχία η οποία υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ, και παρουσίασε το καθεστώς ως υπερασπιστή απέναντι σε αποικιακές κληρονομιές, συμπεριλαμβανομένου του πραξικοπήματος του 1953 που ενορχηστρώθηκε από τη CIA κατά του Μοσαντέκ. Ωστόσο, αυτή η στάση καλύπτει εσωτερικές αντιφάσεις: ο θεοκρατικός αυταρχισμός του καθεστώτος, η οικονομική κακοδιαχείριση και οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων (π.χ. στη Συρία και την Υεμένη) λειτουργούν ως εργαλεία περιφερειακής επιρροής, συχνά σε βάρος των εσωτερικών ελευθεριών, επαναλαμβάνοντας τακτικές «διαίρει και βασίλευε».
Οι συνεχιζόμενες λαϊκές εξεγέρσεις του 2025–2026, που πυροδοτήθηκαν από οικονομική κατάρρευση, πληθωρισμό και υποτίμηση του νομίσματος, εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο ως εξεγέρσεις βάσης ενάντια τόσο στην εσωτερική καταπίεση όσο και στις εξωτερικές ιμπεριαλικές πιέσεις. Τα αιτήματα των διαδηλωτών για αλλαγή καθεστώτος —«Θάνατος στον Χαμενεΐ»— αναδεικνύουν πώς η ιρανική «αντίσταση» στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό έχει μεταμορφωθεί σε εργαλείο εσωτερικής καταστολής, όπου ο αντιιμπεριαλισμός γίνεται ένας «ιμπεριαλισμός των ανόητων» που δικαιολογεί διαφθορά και ανισότητα.
Αυτές οι εξεγέρσεις αναπαράγουν ιστορικούς κύκλους ιρανικής αντίστασης, από την επανάσταση του 1979 έως τις διαμαρτυρίες του 2022 για τη Μαχσά Αμινί, όμως σε ένα πολυπολικό πλαίσιο κινδυνεύουν να απορροφηθούν/συνεταιριστούν από ανταγωνιστικές δυνάμεις. Η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν το καθεστώς μέσω όπλων, εμπορίου και διπλωματικής κάλυψης ώστε να αντισταθμίσουν την επιρροή των ΗΠΑ, ενώ η Δύση ενισχύει επικοινωνιακά τις διαμαρτυρίες για να δικαιολογήσει κυρώσεις και πιθανή παρέμβαση, παρουσιάζοντάς τες ως φιλελεύθερο-δημοκρατικό αγώνα αντί για ταξικό ή αντι-αποικιακό.
Αυτή η δυναμική αποτελεί παράδειγμα πολυπολικής αποικιοκρατίας: η κυριαρχία του Ιράν διαβρώνεται όχι από μία αυτοκρατορία αλλά από έναν ιστό ανταγωνιστικών συμφερόντων, όπου οι λαϊκοί αγώνες γίνονται πιόνια στα παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων, περιθωριοποιώντας την πραγματική αυτοδιάθεση. Η πρόθεση των ΗΠΑ να επέμβουν —όπως διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο Τραμπ στις 2 Ιανουαρίου 2026, όταν προειδοποίησε ότι η Αμερική είναι «locked and loaded» για να δράσει αν το Ιράν σκοτώσει ειρηνικούς διαδηλωτές— αντικατοπτρίζει το πώς οι αυτοκρατορίες εκμεταλλεύονται κρίσεις για να αναδιαμορφώσουν συσχετισμούς ισχύος, συχνά υπό ανθρωπιστικά προσχήματα.
Η εναλλακτική από αναρχοσυνδικαλιστική σκοπιά;
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο αναρχοσυνδικαλισμός —όπως τονίζει— πρέπει να προτάσσει την αυτοοργάνωση από τα κάτω, τις ανεξάρτητες εργατικές ενώσεις, τη διεθνή αλληλεγγύη και τον άμεσο αγώνα ενάντια στα μονοπώλια και την καταστολή. Η πάλη ενάντια στις εκτελέσεις και τα βασανιστήρια δεν είναι αποκομμένη από την οικονομική πάλη· αποτελεί αναγκαίο κρίκο για την απελευθέρωση της κοινωνίας.
Ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν στοχεύει απλώς σε βραχυπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις, αλλά στη διάλυση του κληρικαλιστικού καπιταλισμού και την αντικατάστασή του από μια αυτοδιαχειριζόμενη εργατική οικονομία. Η παραγωγή και η διανομή πρέπει να ελέγχονται άμεσα από τους ίδιους τους εργαζόμενους, χωρίς μεσολάβηση κράτους, θρησκευτικής εξουσίας ή κεφαλαίου.
Ανεξάρτητα συνδικάτα, ομοσπονδιακά συμβούλια/συνελεύσεις και γενικές απεργίες —ιδίως σε στρατηγικούς τομείς όπως τα παζάρια, οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες— αποτελούν τόσο μέσα αντίστασης όσο και τα θεμέλια μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους άτυπους/επισφαλείς εργαζόμενους, που αποτελούν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού και αποκλείονται από επίσημους μηχανισμούς μισθολογικής αναπροσαρμογής.
Παρά την απόρριψη της κρατικής ξένης παρέμβασης, υπογραμμίζεται η σημασία της διεθνούς αλληλεγγύης από ανεξάρτητα εργατικά κινήματα, δημόσιους/κοινωνικούς θεσμούς και οργανώσεις βάσης. Μια τέτοια αλληλεγγύη είναι κρίσιμη για την αντίσταση στις εκτελέσεις και τα βασανιστήρια, την προστασία κρατουμένων, την ενίσχυση των φιμωμένων φωνών και τη διατήρηση της δυνατότητας οργανωμένου αγώνα μέσα στο Ιράν.Χωρίς την ανατροπή των δομών εξουσίας και εκμετάλλευσης, ο δομικός πληθωρισμός και η καταστολή θα παραμένουν μόνιμα χαρακτηριστικά του συστήματος. Ο αγώνας ενάντια στην οικονομική κυριαρχία και την κρατική βία είναι, επομένως, ο ίδιος αγώνας: ο αγώνας για την απελευθέρωση της κοινωνίας.
