Η νέα τραγωδία στη Θέουτα, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να επιχειρούν να περάσουν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα και δεκάδες νεκρούς να μένουν πίσω στη θάλασσα και στα συνοριακά περάσματα, είναι ένα αποτέλεσμα της πολιτικής της Δύσης με την εργαλειοποιήση των μεταναστών, αλλά και της πάγιας εδώ και καιρό δολοφονικής συνοριακής πολιτικής των ευρωπαϊκών χωρών. Οι φράχτες, η στρατιωτικοποίηση, οι επαναπροωθήσεις και η αντιμετώπιση της ανθρώπινης μετακίνησης ως ζητήματος ασφάλειας παράγουν σταθερά θύματα.
Η Θέουτα και η Μελίγια αποτελούν αποικιακά εδάφη της Ισπανίας στη βόρεια Αφρική και μια ιστορική συνέχεια της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Από αυτούς τους θύλακες ξεκίνησε το 1936 ο Στρατός της Αφρικής, ο οποίος μετέφερε τον Φράνκο στην Ιβηρική και άνοιξε τον δρόμο για τη φασιστική δικτατορία. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, οι ίδιες περιοχές έχουν μετατραπεί σε οχυρωμένα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στρατό, αστυνομία, συρματοπλέγματα και τεχνολογίες επιτήρησης, υπηρετώντας την ίδια λογική κυριαρχίας πάνω στους ανθρώπους και τη γη.
Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες βρίσκονται στο επίκεντρο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Πατώντας στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιεί τη βία των συνόρων για να αποτρέψει νέες αφίξεις και να διαχειριστεί εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες, Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ φαίνεται να στοχεύουν σε μια πολιτική αποσταθεροποίηση εργαλειοποιώντας τον ξεριζωμό και τις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών. Την ίδια ώρα το μαροκινό κράτος αξιοποιεί τις μεταναστευτικές ροές ως μέσο πίεσης στις σχέσεις του με την Ισπανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόκειται για μια κατάσταση που επαναλαμβάνεται διεθνώς και κατ’ εξακολούθηση. Οι μετανάστες εργαλειοποιούνται τόσο στο εσωτερικό των κρατών, όσο και στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις. Στο εσωτερικό, τα κράτη και το κεφάλαιο αξιοποιούν την επισφαλή νομική τους θέση για να δημιουργήσουν μια δεξαμενή φθηνής και εύκολα εκμεταλλεύσιμης εργασίας, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούν τον ρατσισμό και τον εθνικισμό, στρέφοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια προς τους πιο ευάλωτους.
Στο διεθνές επίπεδο, οι μεταναστευτικές ροές μετατρέπονται σε εργαλείο διακρατικών ανταγωνισμών ως μέσο πίεσης, διαπραγμάτευσης ή εκβιασμού απέναντι σε άλλα κράτη και υπερεθνικούς οργανισμούς. Αυτή η πρακτική είναι δυνατή επειδή τα κράτη διεκδικούν το αποκλειστικό δικαίωμα να ελέγχουν την ανθρώπινη κινητικότητα, μετατρέποντας τα σύνορα σε μηχανισμούς ταξικού και γεωπολιτικού ελέγχου.
Όπως είναι αναμενόμενο, ο ακροδεξιός οχετός αξιοποιεί κάθε τέτοια τραγωδία για να διαδώσει τη ρητορική της «εισβολής» και να στρέψει την κοινωνική οργή απέναντι στους κατατρεγμένους. Στη Θέουτα και σε άλλες ισπανικές πόλεις, φασιστικές ομάδες εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον Μαροκινών κατοίκων και μεταναστών, αποδεικνύοντας μια ακόμη φορά ότι αποτελούν ένα από τα πιο χρήσιμα γρανάζια του συστήματος. Χέρι χέρι με κάθε κυβέρνηση θα πατήσουν στη ρητορική του μίσους για να αποπροσανατολίσουν από τα πραγματικά αίτια που γεννούν τα κοινωνικά προβλήματα και να ενισχύσουν εκείνους που επιδιώκουν να διαιρέσουν την εργατική τάξη με βάση την εθνικότητα ή τη θρησκεία.
Η μετακίνηση αποτελεί αναπόσπαστο, αν όχι κεντρικό, στοιχείο της ανθρώπινης ιστορίας πολύ πριν από τη συγκρότηση των σύγχρονων εθνικών κρατών και των συνόρων. Η εξάπλωση των ανθρώπινων κοινωνιών και η ανάπτυξη των πολιτισμών βασίστηκε διαχρονικά στην ανθρώπινη κινητικότητα. Υπό αυτή την έννοια η μετανάστευση συνιστά μια διαρκή κοινωνική διαδικασία που διαμορφώνεται ανάλογα με τις τρέχουσες οικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, η ελευθερία της μετακίνησης μπορεί να θεωρηθεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που περιλαμβάνει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να παραμένει στον τόπο του χωρίς να εξαναγκάζεται σε εκτοπισμό από πόλεμο, φτώχεια ή περιβαλλοντική καταστροφή, το δικαίωμα να μετακινείται όταν αυτό είναι αναγκαίο ή επιθυμητό και το δικαίωμα να επιστρέφει στον τόπο και τις κοινότητές του όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Η προσπάθεια των κρατών για αναχαίτιση της ανθρώπινης κινητικότητας είναι επομένως αδύνατη. Βασικό στοιχείο είναι ότι όσον, δε, αφορά στη μετανάστευση, τα ίδια τα κράτη είναι που γεννούν τις αιτίες της. Οι πόλεμοι, οι οικονομικές ανισότητες, η κλιματική αλλαγή, οι πολιτικές διώξεις και οι κοινωνικές κρίσεις συνεχίζουν να παράγουν εκτοπισμούς, ανεξάρτητα από την αυστηρότητα των συνοριακών ελέγχων.
Παράλληλα, η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία επιτρέπει στο κεφάλαιο, στα εμπορεύματα και στις χρηματοοικονομικές ροές να “διασχίζουν τα σύνορα” με ελάχιστους περιορισμούς. Η ελευθερία της αγοράς αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη προϋπόθεση της ανάπτυξης, ενώ η ελευθερία μετακίνησης των ανθρώπων περιορίζεται ή εργαλειοποιείται, παρά το γεγονός ότι είναι οι ίδιες οικονομικές και γεωπολιτικές διαδικασίες που συμβάλλουν στη δημιουργία των μεταναστευτικών ροών.
Εδώ και δεκαετίες, δεξιές, σοσιαλδημοκρατικές και φιλελεύθερες κυβερνήσεις επενδύουν σε φράχτες και στρατιωτικοποίηση, ενώ μετατρέπουν την ανθρώπινη κινητικότητα σε ζήτημα ασφάλειας. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές νεκροταφείο σε κάθε σύνορο.
Η ελευθερία της μετακίνησης αποτελεί θεμελιώδη άξονα κοινωνικής ανάπτυξης και η αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς όλων των χωρών αποτελεί προϋπόθεση για την κοινή αντίσταση απέναντι στον εθνικισμό, την αποικιοκρατία, τον καπιταλισμό και τον φασισμό. Η κατάργηση των θανατηφόρων συνοριακών καθεστώτων και ο τερματισμός της εργαλειοποίησης των μεταναστών από κάθε κράτος αποτελούν αναγκαίους όρους για μια κοινωνία ισότητας, ελευθερίας και διεθνιστικής αλληλεγγύης.
Ως αναρχοσυνδικακιστές/ριες έχουμε χρέος να στεκόμαστε απέναντι σε κάθε κρατική διαχείριση που μετατρέπει τους ανθρώπους σε διαπραγματευτικά χαρτιά και μοχλούς πολιτικής πίεσης, απέναντι σε αποικιοκρατικά κατάλοιπα, απέναντι στην πολιτική των φρακτών και των επαναπροωθήσεων, αλλά και απέναντι στη φασιστικές ονειρώξεις που επιχειρούν να διαλύσουν την ενότητα της παγκόσμιας εργατικής τάξης.
