Τα συνδικάτα της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CNT) αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη αυτής της διαδικασίας. Οι βασικές μονάδες ήταν τα «τμήματα» στους χώρους εργασίας. Οι συνελεύσεις των μελών και ένα συμβούλιο εκλεγμένων συνδικαλιστικών αντιπροσώπων διοικούσαν αυτά τα τμήματα. Οι συνδικαλιστικοί αντιπρόσωποι αποτελούσαν την οργανική εργατική ηγεσία που διατηρούσε το συνδικάτο σε άμεση επαφή με τη βάση. Τα διάφορα εργασιακά τμήματα ενός τοπικού κλάδου ενώνονταν σε ένα τοπικό κλαδικό συνδικάτο. Μια εκλεγμένη επιτροπή γραμματέων του συνδικάτου διαχειριζόταν διάφορα καθήκοντα, μεταξύ των οποίων η υποστήριξη των φυλακισμένων μελών και ο συντονισμός με τα τοπικά κοινωνικά κινήματα. Τα τοπικά συνδικάτα μιας πόλης ή μιας περιοχής ενώνονταν σε μια τοπική ομοσπονδία — «ένα μεγάλο συνδικάτο» — προκειμένου να διευκολύνονται κινητοποιήσεις ολόκληρης της εργατικής τάξης, όπως οι γενικές απεργίες.
Τα συνδικάτα της CNT έδιναν στους αναρχικούς έναν τρόπο να συνδέουν τις ριζοσπαστικές ιδέες τους με τις ανησυχίες και τα αιτήματα των ανθρώπων της εργατικής τάξης. Το κίνημα της CNT επεκτεινόταν προς τα έξω, στα δίκτυα των αναρχικών ομάδων, στις εκδοτικές δραστηριότητες, στο δίκτυο των εργατικών σχολείων που λειτουργούσαν σε χώρους στις γειτονιές και στη γυναικεία απελευθερωτική οργάνωση Mujeres Libres. Το κίνημα λειτουργούσε με την έννοια της capacitación — της ανάπτυξης, δηλαδή, της ικανότητας κάποιου να δρα ως ενεργός συμμετέχων στο κίνημα. Έτσι, τα κέντρα αυτά στις γειτονιές διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις, ομάδες μελέτης και μαθήματα δημόσιου λόγου.
Για τους αγωνιστές της CNT, στόχος της επανάστασης ήταν η κοινωνικοποίηση. Στην πρώτη φάση, όλοι οι χώροι εργασίας ενός κλάδου θα ενώνονταν σε μια κλαδική ομοσπονδία. Η ομοσπονδία αυτή θα συντόνιζε τον συγκεκριμένο κλάδο. Η πραγματική κατάληψη των χώρων εργασίας προερχόταν από την ηγεσία της βάσης του συνδικάτου — τους συνδικαλιστικούς αντιπροσώπους στους χώρους εργασίας, τους γραμματείς των συνδικάτων και τις εργατικές πολιτοφυλακές.
Η δεύτερη φάση της κοινωνικοποίησης θα ήταν η ενοποίηση αυτών των κλαδικών ομοσπονδιών σε επίπεδο ολόκληρης της κοινωνίας. Ο συντονισμός αυτός θα γινόταν μέσω συνεδριάσεων αντιπροσώπων, που ονομάζονταν «οικονομικά συμβούλια». Ο Ζοάν Φερέρ ήταν γραμματέας του Συνδικάτου Εμποροϋπαλλήλων της Βαρκελώνης. Σε μια συνέντευξη τη δεκαετία του 1970, περιέγραψε την κοινωνικοποίηση ως εξής:
«Η ιδέα μας στην CNT ήταν ότι τα πάντα θα έπρεπε να ξεκινούν από τον εργάτη και όχι —όπως στους κομμουνιστές— να διοικούνται όλα από το κράτος. Για τον σκοπό αυτό θέλαμε να συγκροτήσουμε κλαδικές ομοσπονδίες —κλωστοϋφαντουργίας, μεταλλουργίας, πολυκαταστημάτων κ.λπ.— οι οποίες θα εκπροσωπούνταν σε ένα γενικό Οικονομικό Συμβούλιο που θα διηύθυνε την οικονομία. Έτσι, τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού σχεδιασμού, θα παρέμεναν στα χέρια των εργατών».
Οι αγωνιστές της CNT απαλλοτρίωσαν αρχικά όλες τις επιχειρήσεις ενός κλάδου. Στη συνέχεια, συνένωσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στην αντίστοιχη κλαδική ομοσπονδία. Μεταξύ των κλάδων που κοινωνικοποιήθηκαν ήταν η επιπλοποιία, οι σιδηρόδρομοι, οι θαλάσσιες μεταφορές, οι δημόσιες συγκοινωνίες, η υγειονομική περίθαλψη, η ψυχαγωγία, τα κουρεία, η γαλακτοκομία, η κλωστοϋφαντουργία, η αλιεία και η βιομηχανία όπλων.
Η κλαδική ομοσπονδία εργατών ξύλου της CNT κατέλαβε τις επιχειρήσεις υλοτομίας και τα πριονιστήρια στα Πυρηναία, καθώς και τα καταστήματα λιανικής πώλησης επίπλων, τα μεγάλα εργοστάσια επίπλων και τα μικρά ανεξάρτητα ξυλουργεία κατασκευής επίπλων στη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια. Το συνδικάτο της CNT έκλεισε τα μικρά αυτά ξυλουργεία, όπου οι συνθήκες ήταν συχνά ασφυκτικές, η παραγωγή αναποτελεσματική και η εργασία επικίνδυνη. Όπως θυμόταν ένα μέλος του συνδικάτου εργατών ξύλου: «Η αντίληψη που επικράτησε ήταν ότι η εργατική τάξη θα έπρεπε να έχει καλά έπιπλα σε χαμηλές τιμές».
Για να πάρουμε ένα ακόμη παράδειγμα, το μονοπώλιο ηλεκτρικής ενέργειας Ebro Light & Power μετατράπηκε σε ομοσπονδία κοινής ωφέλειας. Τη διαχείρισή της ασκούσε ένα εκλεγμένο οκταμελές εργατικό συμβούλιο. Στον συγκεκριμένο κλάδο, περίπου οι μισοί εργαζόμενοι ήταν μέλη της UGT, της συνδικαλιστικής οργάνωσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Έτσι, το εργατικό συμβούλιο αποτελούνταν από τέσσερις αντιπροσώπους της CNT και τέσσερις της UGT. Υπό εργατικό έλεγχο, το σύστημα ηλεκτροπαραγωγής επεκτάθηκε, με την εγκατάσταση νέων υδροηλεκτρικών γεννητριών στα Πυρηναία.
Ένα ακόμη επίτευγμα ήταν η δημιουργία του πρώτου κοινωνικοποιημένου συστήματος υγειονομικής περίθαλψης στην ιστορία της Ισπανίας. Η ομοσπονδία υγειονομικών της CNT ήταν μια κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση που διαχειριζόταν νοσοκομεία και οδοντιατρικές κλινικές και ανέλαβε τον έλεγχο της παραγωγής φαρμάκων. Κατά τον πρώτο χρόνο, η ομοσπονδία εργαζομένων στον τομέα της υγείας δημιούργησε έξι νέα νοσοκομεία. Οι επισκέψεις στο νέο δίκτυο εξωτερικών ιατρείων ήταν δωρεάν. Πολλά συνδικάτα, κοινωνικοποιημένοι κλάδοι και κολεκτίβες χωριών συνήψαν συμφωνίες με το συνδικάτο των υγειονομικών για την παροχή δωρεάν υγειονομικής περίθαλψης στα μέλη τους και στις οικογένειές τους.
Η Ισπανία διέθετε ένα πλήρως καπιταλιστικό αγροτικό σύστημα, στο οποίο οι γαιοκτήμονες προσλάμβαναν μισθωτούς εργάτες γης. Έτσι, τα συνδικάτα εργατών γης της CNT και της UGT συνεργάστηκαν στην κατάληψη αυτών των γαιών — κολεκτιβοποιώντας 2.000 χωριά και 14 εκατομμύρια ακρ γης.
Το πρόγραμμα «ελευθεριακού κομμουνισμού» της CNT υποστήριζε τη δωρεάν παροχή υπηρεσιών για την κάλυψη αναγκών όπως η υγειονομική περίθαλψη. Το πρόγραμμά της περιλάμβανε όμως επίσης τη δέσμευση στην αρχή της ίσης αμοιβής ανά ώρα εργασίας. Οι αμοιβές εξισώθηκαν σε ορισμένους κλάδους, όπως στους σιδηροδρόμους. Οι γυναίκες ήταν οι χαμηλότερα αμειβόμενες και επωφελήθηκαν περισσότερο από αυτή την πολιτική.
Το κύριο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η CNT ήταν το πώς θα έπρεπε να διαχειριστεί το ζήτημα του κράτους. Υπήρχαν διαφορετικές απόψεις πάνω σε αυτό. Η άποψη της πλειοψηφίας ευνοούσε τη συμμετοχή στους επίσημους κρατικούς θεσμούς, προκειμένου να εξασφαλιστεί βοήθεια για την οικοδόμηση πολεμικής βιομηχανίας και για την αντιμετώπιση της σοβαρής οικονομικής κρίσης που είχε προκαλέσει ο εμφύλιος πόλεμος.
Από τα τέλη Αυγούστου άρχισε να διαμορφώνεται μια εναλλακτική άποψη. Δημοσιογράφοι της CNT και αγωνιστές των πολιτοφυλακών άρχισαν να υποστηρίζουν την αντικατάσταση του δημοκρατικού κράτους από ένα συνδικαλιστικό κυβερνητικό συμβούλιο, το οποίο θα διοικούσε μια ενιαία λαϊκή πολιτοφυλακή. Το συμβούλιο αυτό θα αποτελούνταν από ίσο αριθμό αντιπροσώπων της CNT και της UGT. Διαπραγματεύτηκαν με τον πρωθυπουργό Λάργο Καμπαγιέρο (ο οποίος ήταν επίσης επικεφαλής της UGT), αλλά εκείνος άσκησε βέτο στην πρόταση. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την UGT για τη δημιουργία ενός Εθνικού Συμβουλίου Άμυνας, ο Εδουάρδο δε Γκουσμάν ήταν συντάκτης της καθημερινής εφημερίδας της CNT Castilla Libre στη Μαδρίτη. Ανατρέχοντας σε εκείνη την περίοδο από τη δεκαετία του 1970, ο δε Γκουσμάν λέει ότι εκείνη τη στιγμή ήταν δυνατό να δημιουργηθεί «μια προλεταριακή κυβέρνηση — μια πλήρης δημοκρατία της εργατικής τάξης, στην οποία θα εκπροσωπούνταν όλοι οι τομείς του προλεταριάτου —αλλά μόνο του προλεταριάτου—. Για να γίνει μια επανάσταση, πρέπει να καταληφθεί η εξουσία».
Η CNT αποτελούσε τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (IWA) και οι αρχές της IWA του 1922 όριζαν ότι τα εργατικά συνδικάτα πρέπει, σε μια επαναστατική κατάσταση, να ελέγχουν την κυρίαρχη ένοπλη δύναμη. Ένα συνδικαλιστικό κυβερνητικό συμβούλιο που θα διοικούσε τον στρατό των πολιτοφυλακών θα έκανε αυτή την αρχή πράξη. Η CNT είχε κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση μετά την ήττα του ισπανικού στρατού στη Βαρκελώνη. Μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων, η CNT συγκρότησε έναν «προλεταριακό στρατό» με περίπου 100.000 μέλη.
Μετά την ενσωμάτωση της πολιτοφυλακής της CNT σε έναν ανασυγκροτημένο συμβατικό στρατό στα τέλη του 1936, το ανασυγκροτημένο δημοκρατικό κράτος και μια νέα εθνική αστυνομική δύναμη δημιούργησαν την απειλή της ανάληψης των κλάδων της οικονομίας από το κράτος και της κατάργησης του εργατικού ελέγχου. Από τον Απρίλιο του 1937 και μετά, η ελεγχόμενη από τους κομμουνιστές αστυνομία χρησιμοποιήθηκε για την κατάληψη και την εθνικοποίηση ορισμένων κλάδων — όπως της βιομηχανίας όπλων και του τηλεφωνικού συστήματος. Στρατιωτικές μονάδες ελεγχόμενες από τους κομμουνιστές χρησιμοποιήθηκαν για να συντρίψουν το εκλεγμένο Συμβούλιο Άμυνας στην αγροτική ανατολική Αραγονία — το οποίο είχε εκλεγεί από τις συνελεύσεις των χωριών.
Η στρατιωτική βοήθεια που παρείχαν στον φασίστα ηγέτη Φράνκο ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι υπήρξε καθοριστική για τη στρατιωτική ήττα των αντιφασιστικών δυνάμεων στον εμφύλιο πόλεμο. Η γεωπολιτική απομόνωση της επανάστασης στην Ισπανία αποτέλεσε ένα ακόμη πρόβλημα. Αν εκείνη την περίοδο εκδηλώνονταν ταυτόχρονα πολλές επαναστάσεις, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι δεν θα διέθεταν τους πόρους για να τις καταπνίξουν όλες.
Παρ’ όλα αυτά, η οικοδόμηση της δημοκρατικής εργατικής αυτοδιαχείρισης μιας ολόκληρης οικονομίας —και η συγκρότηση ενός «προλεταριακού στρατού» για την υπεράσπιση της επανάστασης— αποτέλεσε ένα απίστευτο επίτευγμα. Το επίτευγμά τους εξακολουθεί να μας αφορά και σήμερα, επειδή μας προσφέρει ένα πρότυπο σοσιαλισμού που απορρίπτει τα σχήματα μιας κρατικής διευθυντικής τάξης των μαρξιστών-λενινιστών και των άλλων κρατιστών σοσιαλιστών. ¡Viva la Revolución!
Τομ Γουέτζελ:
Ο Τομ Γουέτζελ γράφει από τη δεκαετία του 1970 για την ιστορία του εργατικού κινήματος, τους εργατικούς αγώνες, τις ιδέες του ελευθεριακού σοσιαλισμού και τους αγώνες για τη στέγαση. Είναι μέλος της ομάδας East Bay Syndicalists Group.
Πηγή: www.dopemag.org

